Connect with us

ΜΠΑΣΚΕΤ

Ο «ηλεκτρισμός» του ΟΑΚΑ (vids)

Ο Όντεντ Κάτας ετοιμάζεται να αναλάβει τον Παναθηναϊκό και αναλύετε το έργο των προηγούμενων προπονητών, σε μια σύγχρονη εποχή των «πρασίνων», που αν και διαθέτει μια ιδιαίτερη επιτυχία, έχει αποδειχθεί… ηλεκτρισμένη.

Κάθε «αυτοκρατορία» έχει μια ακμή και μια παρακμή. Συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις και αυτό γίνεται στην περίπτωση του Παναθηναϊκού. Μπορεί στην Ελλάδα να μη θέλουμε να πιστεύουμε σε κάτι τέτοιο, έχοντας προηγουμένως ζήσει μεγαλεία, αλλά όσο κι αν αντισταθείς, δεν μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις την φύση και να αποφύγεις το μοιραίο της έργο.

Αν, μάλιστα, επιχειρείς σθεναρά να της σταθείς «εμπόδιο», εκείνη θα σε τιμωρήσει ακόμη περισσότερο. Με αυτό τον τρόπο, άλλωστε, οι «πράσινοι» έχουν φτάσει αυτή τη στιγμή στο χειρότερο σημείο της ευρωπαϊκής τους πορείας τα τελευταία τουλάχιστον 30 χρόνια. Η διοίκησή του ακόμη έχει αλλάξει μέχρι τότε, οι προπονητές δοκιμάζονται και αλλάζουν συνεχώς μετά την εποχή του Ομπράντοβιτς και, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αθλητές που περνούν από το ΟΑΚΑ είναι «στοιχήματα», ακόμη κι αν μιλάμε για ποιοτικούς σαν τον Νέντοβιτς των ουκ ολίγων τραυματισμών.

Ο Παναθηναϊκός, λοιπόν, έφτασε μέχρι εδώ, γιατί δεν αποδέχθηκε τον νόμο της ακμής και της παρακμής. Σκεφτόταν και στόχευε πάντα, επειδή απλώς έχει έξι αστέρια στην φανέλα του και όχι με βάση το ποια ήταν τα πραγματικά του αγωνιστικά δεδομένα, δίχως να σκέφτεται αληθινά το «χτίσιμο» του μέλλοντός του σε διαφορετικές βάσεις. Την τελευταία διετία έχει αφήσει κατά μέρος τις κραυγές χωρίς νόημα για μεγαλεία, αλλά στις ενέργειες της διοίκησής του δεν έχει φύγει ακόμη εντελώς αυτό το σκεπτικό. Όπως οι Έλληνες αρεσκόμαστε να μιλάμε για τα αρχαία μεγαλεία και να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με βάση αυτά στον υπόλοιπο κόσμο, έτσι και στο «τριφύλλι» υπάρχει η συνήθεια να γίνονται συγκρίσεις με βάση τα έξι λαμπερά ευρωπαϊκά τρόπαια.

Μπορεί για αυτό το λόγο, άλλωστε, να έρχεται ως προπονητής ένας άνθρωπος, που έζησε το ένα από αυτά τα κύπελλα. Ο Όντεντ Κάτας, άλλωστε, ήταν εκείνος που «σκότωσε» τους συμπατριώτες του το 2000, σε εκείνο το σπουδαίο τελικό με τη Θεσσαλονίκη. Η κίνηση της πρόσληψής του δε μαρτυρά κάτι προσωρινό, αλλά σχέδιο για το μέλλον με πιθανή πίστωση χρόνου, θεωρώντας πως είναι ο άνθρωπος που θα οδηγήσει το σύλλογο σε αυτή την επόμενη μεγάλη εποχή, που ψάχνουν εναγωνίως στον Παναθηναϊκό τα τελευταία εννέα χρόνια.

Σε αυτά τα χρόνια, όμως, δεν είναι λίγες και οι όμορφες στιγμές, που έχουν ζήσει στους «πράσινους». Μέσα από δέκα ολόκληρες αλλαγές προπονητών αυτά τα εννέα χρόνια, η ομάδα κατάφερε να κρατήσει το ρεκόρ του έστω ενός τίτλου σε κάθε σεζόν, που διατηρείται από το 1996 μέχρι σήμερα, με ορισμένους εκ των οκτώ τεχνικών, που ήρθαν μετά τον Ζοτς, να έχουν βάλει το δικό τους «λιθαράκι», αν και φυσικά καθένας ξεχωριστά δεν είναι το ίδιο επιτυχημένος.

Η άκρη του πάγκου έχει μετατραπεί σε μια «ηλεκτρική καρέκλα», όπου άλλοι άντεξαν περισσόερο και άλλοι λιγότεροι. Ποιοι, όμως, μπόρεσαν πραγματικά να διακριθούν, προσφέροντας πια το «βάρος» στον Κάτας; Το Basketa.gr σας παρουσιάζει μία προς μία τις περιπτώσεις των προπονητών, που πέρασαν και αξιολογεί τις θητείες τους (*).

Αργύρης Πεδουλάκης (2012-2014) – 3 τίτλοι (ένα πρωτάθλημα, δύο κύπελλα) – Ρεκόρ: 81-27 (ποσοστό νικών 75.7%)

Ήρθε το καλοκαίρι του 2012 σε μια «αποστολή αυτοκτονίας». Ήταν η εποχή των απόλυτων αλλαγών είχε μόλις έρθει, με το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακόμη να έχει αλλάξει, με τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο στη θέση των Παύλου και Θανάση, ενώ από τους παίκτες είχαν παραμείνει μόνο οι Δημήτρης Διαμαντίδης και Κώστας Τσαρτσαρής, που αποφάσισαν να μην… εγκαταλείψουν το καράβι.

Ο Πεδουλάκης δεν είχε, παράλληλα, τις οικονομικές ανέσεις που υπήρχαν στο παρελθόν για τον Ομπράντοβιτς, με αποτέλεσμα να πάρει πολλά μεταγραφικά ρίσκα και να έρθουν παίκτες σαν τον Άρμστρονγκ, τον Κίτσεν και τον Μπανκς. Στο τέλος της σεζόν, όμως, με επιλογές σαν του Ούκιτς ή του Ματσιούλις, καθώς και άλλων παικτών, να έχουν πιάσει «διάνα», η ομάδα κόντεψε να αποκλείσει την Μπαρτσελόνα, φτάνοντας μια ανάσα από το Final Four και… πέφτοντας ηρωικά σε πέμπτο προημιτελικό, ενώ κυριάρχησε επί του Ολυμπιακού σε πρωτάθλημα και Κύπελλο, με «σκούπα» μάλιστα στους τελικούς του 2013.

Μιλάμε για μια επιτυχία, που κανείς δεν περίμενε, κάτι που ίσως καθιστά άδικη την απόλυσή του μετά από μια ήττα με την Μπασκόνια το 2014. Ο Πεδουλάκης, έχοντας νωρίτερα υπογράψει πολυετή επέκταση, μάλλον άξιζε να τελειώσει την χρονιά, παρότι δεν έρχονταν τα επιθυμητά αποτελέσματα, με βάση τις προσδοκίες που δημιούργησε η προηγούμενη εμφατική σεζόν. Προτιμήθηκε το «ηλεκτροσόκ», που όμως είχε αποτέλεσμα.

Φραγκίσκος Αλβέρτης (τέλος σεζόν 2013-2014) – 1 τίτλος (πρωτάθλημα) – Ρεκόρ: 19-8 (ποσοστό νικών 70.4%)

Ήταν το «ηλεκτροσόκ», που μόλις αναφέραμε. Ο Γιαννακόπουλος θέλησε να βάλει μπροστά τη δική του προσωπικότητα σε συνδυασμό με τις τεχνικές ικανότητες του Δημήτρη Πρίφτη. Δεν έχουμε πολλά λόγια να πούμε εδώ, καθώς ήταν μικρό το διάστημα, όπου παρέμεινε στον πάγκο ο «Φράγκι».

Πιστώνεται, βέβαια, τόσο τη μαχητικότητα που επέδειξε η ομάδα, με αποτέλεσμα να αναγκάσει σε πέμπτο προημιτελικό την ΤΣΣΚΑ, την ώρα που πολλοί ίσως περίμεναν «σκούπα», ενώ πήρε τον τίτλο στο πρωτάθλημα με break to break στο ΣΕΦ, σε μια επιτυχία πρωτόγνωρη ακόμη και για τον Παναθηναϊκό, που είχε επικρατήσει ήδη με ουκ ολίγους τρόπους του Ολυμπιακού σε τελικούς.

Ντούσκο Ιβάνοβιτς (2014-2015) – 1 τίτλος (Κύπελλο) – Ρεκόρ: 37-18 (ποσοστό νικών 67.3%)

Ένας από τους προπονητές, που κλήθηκαν σε δύσκολες συνθήκες να φτιάξουν κάτι από την αρχή. Όπως και στην περίπτωση του Πεδουλάκη, πορεύτηκε με παίκτες-«στοιχήματα», όπως ο Σλότερ, ο Μπλουμς, ο Μπατίστα και άλλοι. Κατάφερε, μάλιστα, σε ένα άδειο ΟΑΚΑ και με απουσίες στην ομάδα του, να κερδίσει με ανατροπή τον ηττοπαθή Ολυμπιακό του Μπαρτζώκα, καθιστώντας τη σεζόν… επιτυχημένη από το πρώτο της κιόλας παιχνίδι, αφού μετά πήρε και τον τίτλο.

Μπορεί για αυτό το λόγο, άλλωστε, να έμεινε στον πάγκο περισσότερο από όσο θα τον κρατούσαν τα υπόλοιπα αποτελέσματα. Στην Ευρωλίγκα ήρθε μια νίκη χάρη στον Νίκο Παππά κόντρα στην ΤΣΣΚΑ κι ένας αποκλεισμός με 3-1 στα προημιτελικά, ενώ μια ήττα από τον Ολυμπιακό με κάτω τα χέρια στο ΟΑΚΑ τον «καταδίκασε» σε απόλυση.

Είναι άδικο, πάντως, να τον κρίνει κανείς απόλυτα για το έργο που παρουσίασε. Δεν πρόλαβε καν να τελειώσει τη σεζόν και πήρε παίκτες αμφιβόλου αξίας με στόχο να πάρει τους τίτλους και να πετύχει στην Ευρώπη, όχι όμως να τους αναδείξει, όπως έγινε σε προηγούμενες δουλειές του, και δη στην Μπασκόνια. Ο ίδιος, βέβαια, έχει και τη δική του ευθύνη που διάλεξε να μπει στη «δίνη» αυτή, γνωρίζοντας πως η ομάδα που έφτιαξε δεν ήταν για μεγάλα πράγματα, ενώ πήγε πίσω και το πλάνο ελληνοποίησης, που προχωρούσε ο Γιαννακόπουλος.

Σωτήρης Μανωλόπουλος (τέλος σεζόν 2014-2015) – Κανένας τίτλος – Ρεκόρ: 7-4 (ποσοστό νικών 63.7%)

Ο Έλληνας τεχνικός δεν μπορεί να κριθεί κανονικά. Ανέλαβε στο τέλος της κανονικής περιόδου της Basket League, με στόχο έστω να σουλουπωθεί η ομάδα, με τη βοήθεια και του Άρη Λυκογιάννη, αλλά δεν κατάφερε κάτι καλύτερο, από το να ηττηθεί με «σκούπα» στους τελικούς από τον Ολυμπιακό, που μόλις ερχόταν από το Final Four της Μαδρίτης και ήταν σαφώς ανώτερος.

Σάσα Τζόρτζεβιτς (2015-2016) – 1 τίτλος (Κύπελλο) – Ρεκόρ: 43-13 (ποσοστό νικών 76.8%)

Πριν πείτε οτιδήποτε, παρατηρήστε πως σε σύγκριση με τους άλλους προπονητές είναι αυτός με το καλύτερο ποσοστό νικών. Η δική του θητεία είναι αμφιλεγόμενη ως προς τι πέτυχε τελικά, αν και τον «καίει» φυσικά ο αποκλεισμός με 3-0 από την Μπασκόνια, που θεωρήθηκε αρκετά σημαντικός λόγος, για να εκδιωχθεί.

Η ομάδα έπαιξε σε ορισμένα ματς υποδειγματικό μπάσκετ και σε άλλα προβλημάτισε εντόνως. Ξεκίνησε με δύο «κανονάκια» από τις αντίστοιχες πειστικές νίκες με τον Ολυμπιακό, αλλά σύντομα το σκηνικό άλλαξε και αυτά χάθηκαν, όταν ο Παναθηναϊκός έδειχνε τρομακτική συνέπεια στο να δείχνει αυτά τα δύο διαφορετικά του πρόσωπα, με αποτέλεσμα τα συναισθήματα να γίνονται ανάμεικτα για τον Σέρβο, στον οποίο χρεώνουν και τις επιλογές συμπατριωτών του και όχι μόνο στη στελέχωση του ρόστερ, αν και τελικά οι Ραντούλιτσα, Κούζμιτς και Πάβλοβιτς στην αρχή, ή ο Χέινς, ο Χάντερ και ο Ουίλιαμς στη συνέχεια δεν έκαναν τόσο μεγάλο κακό, κάτι που αποδείχθηκε όταν παραγκωνίστηκαν στο τέλος χωρίς θετικό αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η «εκρηκτική» σχέση έφερε στο τέλος την απομάκρυνση, με τη διοίκηση να έχει επιδιώξεις από τη διασταύρωση με τους Βάσκους, βλέποντας μια οικτρή αποτυχία να διαγράφεται μπροστά της. Πολλοί πιστεύουν, ότι με τον Σάλε θα υπήρχαν καλύτερες πιθανότητες να έρθει το πρωτάθλημα στο τέλος της σεζόν, καθώς με τους παίκτες, και δη τον Διαμαντίδη, είχε εξαιρετικές σχέσεις και ήξερε πώς να τον διαχειριστεί στα τελευταία παιχνίδια της καριέρας του, αλλά ποτέ δε θα μάθουμε, αν ο ισχυρισμός είχε βάση.

Αργύρης Πεδουλάκης (τέλος σεζόν 2015-2016-αρχή 2016-2017) – Κανένας τίτλος – Ρεκόρ: 9-6 (ποσοστό νικών 60%)

Η πρώτη επιστροφή του ήταν μια… σκέτη καταστροφή. Γύρισε ξεκινώντας με «μπηχτές» για τον προκάτοχό του στην πρώτη ευκαιρία, κάτι που δε μετρά σε καμία περίπτωση υπέρ του. Στη συνέχεια επιχείρησε να παραγκωνίσει, είτε με αγωνιστικά κριτήρια είτε με εξωαγωνιστικές δικαιολογίες, τους… δικούς του παίκτες και, κάπως έτσι, στερήθηκε τις υπηρεσίες ορισμένων στους τελικούς με τον Ολυμπιακό, που θα μπορούσαν να είχαν φέρει τον τίτλο. Υπενθυμίζεται, ότι η σειρά είχε ξεκινήσει με «μπρέικ» στο ΣΕΦ και ολοκληρώθηκε με τον Σπανούλη να σκοράρει για τον τίτλο μες στο ΟΑΚΑ και χωρίς ποτέ να δοθεί εντολή για φάουλ.

Στην νέα σεζόν, πάντως, επιλέχθηκε να «χτίσει» ο ίδιος το ρόστερ κι έγινε ίσως η πιο σημαντική αγωνιστική επένδυση στην εποχή του Δημήτρη Γιαννακόπουλου, με τον Καλάθη πια σε ρόλο ηγέτη και δίπλα του παίκτες σαν τον Τζέιμς, τον Ρίβερς, τον Σίνγκλετον, τον Μπουρούση και άλλους, που σίγουρα αναβάθμιζαν το ρόστερ και θα βοηθούσαν τον νέο αρχηγό στο παρκέ.

Πολύ νωρίς, όμως, εμφανίστηκαν προβλήματα ακόμη και εξωαγωνιστικά, αν σκεφτεί κανείς για παράδειγμα τη… σπασμένη τζαμαρία του Τζέιμς. Οι σχέσεις με τη διοίκηση μάλλον δεν ήταν ιδανικές και η ήττα με 25 πόντους στο ΣΕΦ στη μόλις 2η αγωνιστική της Basket League ήταν η αφορμή για το δεύτερο «διαζύγιο».

Τσάβι Πασκουάλ (2016-2018) – 3 τίτλοι (δύο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο) – Ρεκόρ: 121-41 (ποσοστό νικών 74.7%)

Ο Καταλανός τεχνικός ήρθε μετά τον Πεδουλάκη ως η καλύτερη λύση στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως είχε πει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος και, φυσικά, δεν είχε άδικο. Ήταν οκτώ χρόνια στην Μπαρτσελόνα με ένα πρόγραμμα, που και τίτλους έφερε και παίκτες ανέδειξε σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο. Ο ερχομός του έφερε μια ελπίδα για την πολυπόθητη επάνοδο της αίγλης του «Εξάστερου» και ο ίδιος θα τη δικαίωνε γρήγορα, έστω και σε κάποιο βαθμό.

Η πρώτη περίοδος του Πεδουλάκη και η δική του εποχή είναι οι δύο καλύτερες του μετά-Ομπράντοβιτς Παναθηναϊκού, μπαίνοντας στο ζύγι. Κατά τον υποφαινόμενο, όμως, η εποχή του Πασκουάλ είναι η πιο επιτυχημένη. Δεν είναι μόνο οι τρεις τίτλοι που πήρε, αλλά και κάτω από ποιες συνθήκες ήρθαν.

Πριν έρθει στην ομάδα, οι «πράσινοι» είχαν αρχίσει να αποκτούν ηττοπάθεια έναντι του Ολυμπιακού και με τον Πασκουάλ ήρθε ξανά η αυτοπεποίθησή τους. Αποκορύφωμά της ήταν η υπόθεση… του πούλμαν μετά τον αποκλεισμό από την Φενέρ, τη διαχείριση της οποίας πιστώνεται εξ ολοκλήρου ο τότε προπονητής του «τριφυλλιού», με την ομάδα να παίρνει το πρωτάθλημα σε πέμπτο τελικό στο ΣΕΦ, θυμίζοντας… το 1999 και σε μια επιτυχία, που θέλει «καρύδια», όπως κι εκείνη της επόμενης χρονιάς, όπου ο Παναθηναϊκός κατέκτησε ξανά την Basket League με break to break, έχοντας το «βάρος» της απαίτησης να έρθει ο τίτλος προς τιμή του άρτι θανόντος Παύλου Γιαννακόπουλου. Για να μην αναφέρουμε, φυσικά, το Κύπελλο του 2017, που ήρθε σε δύο δύσκολες έδρες, ήτοι το ΣΕΦ και το «Αλεξάνδρειο», με τον Παναθηναϊκό να δέχεται ο τελικός να γίνει στη Θεσσαλονίκη, ώστε να μην… τιναχθεί στον αέρα από τις διαρκείς πιέσεις.

Παράλληλα, στην Ευρωλίγκα ο Παναθηναϊκός έπαιξε ίσως το πιο ολοκληρωμένο μπάσκετ της τελευταίας δεκαετίας, εντυπωσιάζοντας σε πολλές στιγμές, όπως στον απίθανο θρίαμβο επί της Ρεάλ στον πρώτο προημιτελικό του 2018. Χρεώνεται, φυσικά, τον αποκλεισμό το Final Four δύο φορές με πλεονέκτημα έδρας, αλλά κι εκεί μπορεί να πει κανείς πως ήταν θέμα τύχης, αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο αποκλεισμός ήρθε από την πιο φορμαρισμένη ομάδα της Ευρώπης, διαθέτοντας ένα ρόστερ που βρισκόταν ένα «κλικ» παραπάνω. Μπορεί να μην έχει νόημα να μιλάμε με υποθέσεις, αλλά κανείς δεν ξέρει πού θα έφτανε εκείνος ο Παναθηναϊκός, αν δεν έβρισκε την Φενέρ μπροστά του το 2017 και τη Ρεάλ το 2018.

Την σεζόν 2018-2019 η σύγχυση που υπήρξε στη στελέχωση του ρόστερ, με τον Πασκουάλ να επιχειρεί να υπηρετήσει ένα διαφορετικό στυλ παιχνιδιού, από αυτό που έδειχνε σε προηγούμενες δουλειές του, τον «έκαψε» και το τέλος ήταν αναμενόμενο.

Ρικ Πιτίνο (2018-2019) – 2 τίτλοι (πρωτάθλημα και Κύπελλο) – Ρεκόρ: 36-12 (ποσοστό νικών 75%)

Αν μπορούσε, τότε, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος θα τον είχε… κλειδαμπαρώσει για πάντα στο ΟΑΚΑ. Ο Αμερικανός «θρύλος» έφερε έναν αέρα εντελώς διαφορετικό στην ομάδα, σαν να ζούσε ξανά λίγη από την «χρυσόσκονη» της λαμπρής εποχής, που επιζητούν οι «πράσινοι» διακαώς. Κατάφερε να εμπνεύσει το σύλλογο με τρόπο, που δεν το είχε κάνει κανείς άλλος, από το ντεμπούτο του κιόλας με την ΤΣΣΚΑ.

Αυτός ο αέρας έφερε και το double, σε μια χρονιά που εξελίχθηκε… παράξενα εντός συνόρων, αφού ουσιαστικά οι τίτλοι ήρθαν χωρίς την παρουσία του Ολυμπιακού. Και μόνο το γεγονός, όμως, ότι αυτό συνέβη μαζί με την φοβερή πορεία στην Ευρωλίγκα, που έφερε είσοδο στα playoffs… στο παρά πέντε κι εκεί που κανείς δε θα σκεφτόταν να το στοιχηματίσει, τον έκανε απόλυτα επιτυχημένο. Ο Παναθηναϊκός είχε βρει στο πρόσωπό του… τον έναν, αλλά ο Ρικ είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του.

Αργύρης Πεδουλάκης (2019) – Κανένας τίτλος – Ρεκόρ: 10-5 (ποσοστό νικών 66.7%)

Επιστροφές… καταστροφές. Από τη στιγμή, που δεν υπήρχε πολλή διάθεση για στήριξη της προσπάθειάς του, παρά τις προηγούμενες φιλοφρονήσεις περί «κορυφαίου Έλληνα προπονητή», ενώ μόλις ο Δημήτρης Ιτούδης είχε σηκώσει το δεύτερο ευρωπαϊκό του με την ΤΣΣΚΑ, τότε η συνεργασία αυτή ήταν καταδικασμένη.

Ο Πεδουλάκης είχε φροντίσει από τη δεύτερη θητεία του να «κάψει» το χαρτί του Παναθηναϊκού, λόγω της συμπεριφοράς του που αναλύσαμε προηγουμένως, αλλά δε θα μπορούσε σαν… καλός στρατιώτης να πει και «όχι». Η διοίκηση, όμως, έκανε το λάθος να τον ζητήσει, καταδικάζοντας εξαρχής εν μέρει τη σεζόν 2019-2020, έστω κι αν προσπάθησε να τον «εξοπλίσει» με ένα ρόστερ όσο πιο κοντά γινόταν στις προδιαγραφές του προηγούμενου με λιγότερους πόρους.

Οι ευθύνες «βαραίνουν» αμφότερες τις πλευρές, καθώς όλοι γνώριζαν, ότι αυτή η σχέση είχε ημερομηνία λήξης. Η ήττα από την Άλμπα στην παράταση στο ΟΑΚΑ το απέδειξε.

Ρικ Πιτίνο (2019-2020) – Ένας τίτλος (πρωτάθλημα) – Ρεκόρ: 22-12 (ποσοστό νικών 64.7%)

Στη δεύτερη θητεία του, ο Ρικ… δε μας τα έλεγε πολύ καλά. Σε κάθε ήττα οι δικαιολογίες άλλαζαν, από τα προβλήματα στο ρόστερ μέχρι το μπάτζετ, με τον ίδιο να μην καταφέρνει καμία βελτίωση στο διάστημα, όπου κάθισε στον πάγκο της ομάδας στην επιστροφή του.

Κρατάμε ως σημείωση, βέβαια, ότι με το κρίσιμο διάστημα να έρχεται στην Ευρωλίγκα, οι «πράσινοι» είχαν… φορτσάρει στο τέλος στην πρώτη θητεία του Πιτίνο, κάνοντας το μικρό τους θαύμα, όπως το αναφέραμε νωρίτερα. Με τον κορονοϊό, όμως, να κάνει την εισβολή του, η σεζόν τελείωσε και δεν είναι ασφαλές να κρίνουμε ολοκληρωτικά το έργο του, παίρνοντας μετά το δρόμο για το Αϊόνα. Το πρωτάθλημα ήρθε, πάντως, με απόφαση του ΕΣΑΚΕ και η απορία θα μας μείνει για το πώς θα τελείωνε η ευρωπαϊκή περιπέτεια.

Γιώργος Βόβορας (2020-2021) – Κανένας τίτλος – Ρεκόρ: 12-12 (ποσοστό νικών 50%)

Είναι ο μόνος προπονητής αυτής της λίστας με μη θετικό απολογισμό στις νίκες, αλλά ισοσκελισμένο. Δεν είναι αυτό, βέβαια, το πιο σημαντικό της υπόθεσης, καθώς κάτι τέτοιο ίσως να ήταν και αναμενόμενο, έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα.

Ο Γιώργος Βόβορας ανέλαβε στην πιο δύσκολη εποχή της σύγχρονης ιστορίας του Παναθηναϊκού, με την οικογένεια Γιαννακόπουλου να σταματά να ασχολείται ενεργά, τη διοίκηση να βλέπει θεαματικές αλλαγές, με τον Τάκη Τριαντόπουλο στη θέση του προέδρου αντί του αποχωρήσαντα Μάνου Παπαδόπουλου, τους Αλβέρτη-Διαμαντίδη να αναλαμβάνουν μεγάλο ρόλο, τον ηγέτη του, Νικ Καλάθη, να εγκαταλείπει και το 2020, γενικά, να δικαιώνει την φήμη του στους «πράσινους».

Μέσα σε όλα αυτά και με τους πόρους πιο περιορισμένους από ποτέ, ενώ ο ίδιος για πρώτη φορά ουσιαστικά αναλάμβανε ως πρώτος προπονητής, και δη σε μεγάλο πάγκο, έπρεπε να κάνει το σχεδιασμό. Χρεώνεται, φυσικά, το γεγονός ότι έκανε ουκ ολίγους πειραματισμούς μετά το «ναυάγιο» του Λαπροβίτολα, το οποίο οδήγησε σε μια παράτολμη παρουσίαση ρόστερ, που δεν του βγήκε.

Δεν είναι μόνο το γεγονός, ότι η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, κάτι που πρόσθετε κατανόηση και πίστωση χρόνου στον Βόβορα. Ήταν και το ότι δεν υπήρχε ουσιαστική βελτίωση, όσο ο καιρός περνούσε, γεγονός προβληματικό από μόνο του. Οι τελευταίες εμφανίσεις στο Βελιγράδι και το Λαύριο επέσπευσαν την απομάκρυνσή του, με τον Κάτας να αναλαμβάνει, αν και ο νεαρός κόουτς έχει δείξει σε περιπτώσεις, ότι αξίζει τις ευκαιρίες του στο μέλλον.

(*) Από τη λίστα εξαιρέθηκαν υπηρεσιακοί προπονητές που έκατσαν ελάχιστα στον πάγκο, όπως ο Βόβορας όταν κάθισε στον πάγκο για λίγο πριν από τους Πασκουάλ και Πιτίνο

 

πηγή:basketa.gr

Σχολιάστε

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Περισσότερα στη κατηγορία ΜΠΑΣΚΕΤ