Connect with us

ΤΕΝΝΙΣ

Λότι Ντοντ: Η τενίστρια που δεν φοβόταν να τα βάλει με άνδρες -Μόλις 15 ετών κατέκτησε το Γουίμπλεντον

Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του Γουίμπλεντον, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια τενίστρια θα κατακτήσει φέτος τον γυναικείο τίτλο του τουρνουά.

Σε αυτό συμμετέχουν μεγάλα ονόματα όπως η Σερένα Γουίλιαμς και η Τζοάνα Κόντα. Κανείς όμως δεν μπορεί να ξεχάσει το τεράστιο κατόρθωμα της έφηβης αθλήτριας Λότι Ντοντ, η οποία προκάλεσε αίσθηση κερδίζοντας το πρώτο της Γουίμπλεντον στο Χρυσό Ιωβηλαίο της Βασίλισσας Βικτώριας το 1887, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

Τον επόμενο χρόνο κέρδισε ξανά και, ίσως με αφορμή τις επιτυχίες, βρήκε μια μάλλον εκπληκτική ιδέα. Ογδόντα πέντε χρόνια πριν από τη διάσημη μάχη των φύλων του τένις, κατά την οποία η Μπίλι Τζιν Κινγκ νίκησε τον Αμερικανό μύθο του τένις, Μπόμπι Ριγκς, το 1973, η Λότι προκάλεσε τους τρεις καλύτερους παίκτες της εποχής της σε αγώνες. Εκείνοι αποδέχθηκαν την πρόκληση, με αυτοπεποίθηση ότι θα κερδίσουν εύκολα.

Όπως ανέφερε η Λότι, αυτή ήταν μια εποχή που λεγόταν ότι «καμία κυρία δεν μπορούσε να καταλάβει το σκορ του τένις» και οι γυναίκες περίμεναν μέχρι το 1884 -επτά χρόνια μετά το πρώτο τουρνουά Γουίμπλεντον ανδρών- για να ξεκινήσει το γυναικείο πρωτάθλημα. Σύμφωνα με μια εφημερίδα της εποχής, οι καλύτερες πιθανότητές τους ήταν να φλερτάρουν με τους διαιτητές, ώστε να αγνοηθούν τα αθλητικά τους ελαττώματα.

Αυτό δεν άρεσε καθόλου στη «Little Wonder» (Μικρό Θαύμα), όπως ήταν γνωστή η Λότι, η οποία αρνήθηκε να δεχτεί την κατωτερότητα των γυναικών. Παρά την άποψη ενός σχολιαστή ότι οι αγώνες των γυναικών ήταν συνήθως τόσο ανιαροί, που οι θεατές θα μπορούσαν «να κάνουν μια βόλτα στην εξοχή μετά την έναρξη μιας και να επιστρέψουν πάνω στην ώρα για να δουν το τέλος του», η Λότι έκανε τους αντιπάλους της… με τα κρεμμυδάκια.

Σέρβιρε από χαμηλά, όπως συνηθιζόταν για τις γυναίκες, αλλά το έκανε με τόσο μεγάλη ταχύτητα και τόσο χαμηλά στο δίχτυ που άλλαξε τον ρυθμό του γυναικείου παιχνιδιού για πάντα.
Η Λιτλ Ντοντ κρατά ρακέτα του τένις

Τον Αύγουστο του 1888, η Λότι αντιμετώπισε τον πρώτο από τους τρεις άνδρες αντιπάλους της, τον 26χρονο Έρνεστ Ρένσο. Είχε κερδίσει τέσσερις τίτλους στο διπλό στο Γουίμπλεντον -κέρδισε τον πέμπτο το επόμενο έτος- και μόλις είχε γίνει πρωταθλητής ανδρών στο μονό για πρώτη φορά. Ωστόσο, η Λότι εμφανίστηκε με αυτοπεποίθηση όπως πάντα.

Ψηλή και μυώδης, με γαλαζοπράσινα μάτια και τα καστανά μαλλιά της κάτω από το χαρακτηριστικό καπέλο του κρίκετ που συνήθιζε να φορά, η Λότι απέπνεε αυτό που ένας σχολιαστής περιέγραψε ως «μια ηρεμία που καθιστούσε σχεδόν αδύνατο για τους αντιπάλους της να την ταράξουν».

Ενώ ο Ρένσο φορούσε άνετο φανελένιο παντελόνι, η Λότι ήταν ντυμένη -όπως απαιτούνταν- με λευκό φόρεμα μέχρι τον αστράγαλο, με μανίκια μέχρι τους καρπούς της, ψηλή λαιμόκοψη και στενό κορσέ από κάτω.

Πολλά χρόνια αργότερα, αποκάλυψε ότι «ήταν δύσκολο να τρέχουμε προς τα πίσω για να κάνουμε βολέ, καθώς φοβόμασταν να μην πατήσουμε τη φούστα μας» και τα ογκώδη δερμάτινα παπούτσια της δεν έκαναν τα πράγματα ευκολότερα.

Φοβούμενοι μήπως φανούν ότι δεν είναι τζέντλεμεν, οι αντίπαλοι της Λότι συμφώνησαν να παίξουν μαζί της μόνο αν το παιχνίδι ξεκινούσε με ένα 30-0 υπέρ της. Αποδεχόμενη αυτή την κατάσταση, ξεκίνησε συντρίβοντας τον Ρένσο 6-2 στο πρώτο σετ.

Εκείνος συνειδητοποίησε γρήγορα ότι «δεν είχε μια συνηθισμένη κυρία αντίπαλο και από εκείνη τη στιγμή και οι δύο παίκτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να κατακτήσουν τη νίκη», θυμάται ένας ανταποκριτής της εφημερίδας.

Κερδίζοντας τα ακόλουθα δύο σετ 7-5, ο Ρένσο τελικά νίκησε, αλλά με μεγάλη δυσκολία. Πράγματι, οι επόμενοι σκληροί αγώνες εναντίον σταρ ανδρών παικτών ήταν διαφορετικοί. Πρώτον, η Λότι νίκησε τον Σκωτσέζο πρωταθλητή Χάρι Γκρόβεν, ο οποίος ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερός της, κερδίζοντάς τον άνετα 1-6, 6-0, 6-4.

Στη συνέχεια, τέσσερις μέρες αργότερα, αντιμετώπισε τον δίδυμο αδελφό του Ρένσο, τον Γουίλιαμ, ο οποίος ήταν έξι φορές πρωταθλητής του Γουίμπλεντον. Προς χαρά και έκπληξη του πλήθους, τον «ισοπέδωσε» επίσης (6-2, 6-4). Ωστόσο, αυτό δεν ήταν το αποκορύφωμα της καριέρας της. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, κέρδισε ένα 41 σινγκλ τουρνουά και 20 ακόμη σε διπλά. Αλλά το 1893 πήρε μια απροσδόκητη απόφαση.

Μόλις 21 ετών και παρά το ότι κέρδισε τον πέμπτο τίτλο της στο Γουίμπλεντον εκείνη τη χρονιά, η Λότι εγκατέλειψε το ανταγωνιστικό τένις, απομακρυνόμενη από τον αθλητικό κόσμο στον οποίο είχε κυριαρχήσει. Βασανιζόταν πολύ από ισχιαλγία, γεγονός που την έβγαζε μερικές φορές εκτός για μήνες κάθε φορά.

Όμως, η απουσία της δεν κράτησε πολύ. Η Λότι ήταν γεννημένη για να γίνει σταρ. Έμαθε να παίζει τένις σε γήπεδα που φτιάχτηκαν από τους γονείς της, τη Μαργαρίτα και τον Τζόζεφ (που είχαν κάνει περιουσία από το εμπόριο βαμβακιού), στο μεγάλο εξοχικό τους κτήμα στο Bebington, στη χερσόνησο Wirral, στο Cheshire.

Η νεότερη από τα τέσσερα παιδιά τους, ένα από τα οποία κέρδισε χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στην τοξοβολία και ένα άλλο που του άρεσε να παίζει σκάκι με κλειστά τα μάτια, η Λότι, ήταν 11 ετών όταν κέρδισε το βραβείο του πρώτου διπλού με την τρίτη αδερφή της, Ανν.

Ενάντια στις προκαταλήψεις και σε όσους υποστήριζαν ότι οι γυναίκες δεν έπρεπε να ασχολούνται με τον αθλητισμό, η Λότι αγωνίστηκε στο απίστευτα επικίνδυνο Cresta Run, στο οποίο δεν άφηναν τις γυναίκες γιατί ανησυχούσαν ότι τα μεσοφόρα τους θα μπλέκονταν στον εξοπλισμό. Το χειμώνα του 1896 ήταν η πρώτη γυναίκα που ολοκλήρωσε τον αγώνα, με ταχύτητες 70 μίλια / ώρα – σε μια στιγμή που τα τρένα έφτασαν τα 60 μίλια / ώρα – κι έτσι έγινε η ταχύτερη γυναίκα στη γη.

Η Λότι, που ποτέ δεν ικανοποιούνταν, τον ίδιο χειμώνα εκπαιδεύτηκε επίσης να γίνει αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ, πριν ξεκινήσει ορειβασία τον επόμενο χρόνο. Στη συνέχεια, έγινε ιππέας και ασχολήθηκε και με την κωπηλασία. Κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό, το 1904, θριάμβευσε ως πρωταθλήτρια γκολφ στο βρετανικό γυναικείο πρωτάθλημα.

Ο τελευταίος αθλητικός της θρίαμβος ήταν το αργυρό μετάλλιο που κέρδισε στην τοξοβολία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Πέρα από τον αθλητισμό, το σθένος της για νέες προκλήσεις δεν σταμάτησε ποτέ και μετά τον εθελοντισμό ως νοσοκόμα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίδαξε μουσική και τραγούδι σε φτωχά παιδιά στο East End του Λονδίνου -άλλες δύο δεξιότητες που βρήκε χρόνο να τις μάθει.

Και το 1927, ως μέλος μιας φημισμένης χορωδίας, τραγούδησε για τον βασιλιά Γεώργιο Ε’ και τη βασίλισσα Μαρία σε ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι στο ανάκτορο του Μπάκιγχαμ.

Πέθανε σε ηλικία 88 ετών στις 27 Ιουνίου 1960, σε ένα γηροκομείο του Χάμπσαϊρ, ενώ άκουγε σχόλια για το Γουίμπλεντον εκείνης της χρονιάς.

πηγή:iefimerida.gr

Σχολιάστε

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα στη κατηγορία ΤΕΝΝΙΣ